
Άρθρο της κας Α. Κατσίκη-Γκίβαλου στο Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ ( τ. 488, Σεπτ. 2008, σ. 66-69)
Λογοτεχνία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: «Ώρα μηδέν»
Το ζήτημα της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο απασχολεί την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια, Κι αυτό γιατί η λογοτεχνία είχε την «ατυχία» να ενταχθεί από την αρχή στο μάθημα της Γλώσσας, με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό της και τη μετατροπή των λογοτεχνικών κειμένων σε κείμενα που συμβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά στη διδασκαλία της γραμματικής ή/και του συντακτικού. Αν κάτι τέτοιο μπορούμε να αιτιολογήσουμε σε παλαιότερες εποχές, όταν τα εγχειρίδια της Γλώσσας αποτελούνταν από κείμενα της συγγραφικής ομάδας και από κείμενα έγκριτων λογοτεχνών, δεν μπορούμε, με κανέναν τρόπο, να το εξηγήσουμε από την εποχή ύπαρξης Ανθολογίων Λογοτεχνικών Κειμένων και μετά, ιδιαίτερα δε ύστερα από την έγκριση και χρήση των νέων σχολικών βιβλίων για τη Γλώσσα (2006), στα οποία υπάρχουν κυρίως «χρηστικά» κείμενα. Η λογοτεχνία περιορίζεται στη διδασκαλία της από κείμενα των νέων Ανθολογίων. Είναι φανερό ότι η «ατυχία» της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο είναι άμεσα συνδεδεμένη με το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζεται ως χωριστό αντικείμενο με ξεχωριστή θέση, περιεχόμενο και στόχους στο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών και με συγκεκριμένες ώρες στο Ωρολόγιο Πρόγραμμα, όπως αυτό συμβαίνει με όλα τα άλλα μαθήματα, π.χ. με τη Μελέτη Περιβάλλοντος, τα Θρησκευτικά, την Ιστορία, την Αισθητική Αγωγή κ.λπ. Σύμφωνα με το ισχύον Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, η λογοτεχνία είναι η μεγάλη απούσα από το δημοτικό σχολείο. Άρρηκτα συνδεδεμένη με το μάθημα της Γλώσσας, δεν έχει το δικό της δίωρο εβδομαδιαίως, αλλά προσφέρεται ετησίως 36 ώρες για τις Α’-Δ’ και 32 ώρες για τις Ε’-ΣΤ’ τάξεις του δημοτικού σχολείου, όταν και εάν στο βιβλίο της Γλώσσας σημειώνεται η ένδειξη «Αύριο Ανθολόγιο». Και αυτό το δίωρο του Ανθολογίου, ακριβώς επειδή η λογοτεχνία δεν διδάσκεται ως χωριστό αντικείμενο, τις περισσότερες φορές καταστρατηγείται για να καλυφθούν κενά που δημιουργήθηκαν στην ύλη των μαθημάτων της Γλώσσας ή των Μαθηματικών συνηθέστερα. Για τους ίδιους λόγους δεν έχει διατεθεί για τη λογοτεχνία το 30% του συνολικού χρόνου του μαθήματος της Γλώσσας κατά το οποίο, σύμφωνα με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, μπορούν να γίνονται δραστηριότητες εκτός εγχειριδίου, ανάμεσα στις οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται και δραστηριότητες σχετικές με τα Ανθολόγια. Το Ανθολόγιο «διδάσκεται» από μια μειοψηφία εμπνευσμένων δασκάλων που γνωρίζουν τα ποικίλα οφέλη των μαθητών από τα λογοτεχνικά κείμενα. Σήμερα όμως, που σε όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα της χώρας διδάσκεται η Λογοτεχνία στους μελλοντικούς δασκάλους και μάλιστα ως υποχρεωτικό μάθημα, σε δύο τουλάχιστον εξάμηνα, μαζί με τη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους, οι δάσκαλοι έχουν τις βασικές γνώσεις του αντικειμένου και είναι επίσης κάτοχοι μεθόδων διδασκαλίας του μαθήματος αυτού. Όλες, όμως, αυτές οι γνώσεις μένουν αχρησιμοποίητες στην πράξη, καθώς η επίσημη οδός, αυτή που χαράζεται από τα ΑΠΣ και ΔΕΠΠΣ του Υπουργείου Παιδείας, δεν συμπεριλαμβάνει τη Λογοτεχνία ως χωριστό αντικείμενο, κάτι που υπάρχει σε Προγράμματα Σπουδών ξένων χωρών. Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας υποστηρίζεται, μάλιστα, και από την ώρα της βιβλιοθήκης, που συμβάλλει και στην ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, η οποία συνδέεται και με ποικίλες δραστηριότητες με αφορμή τα βιβλία αυτά. Πρέπει, πάντως, να σημειώσουμε ότι και στη χώρα μας σε ορισμένα ιδιωτικά σχολεία διατίθενται πολλές ώρες για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στην εξοικείωση των παιδιών με τη λογοτεχνική ανάγνωση.
Στις επανειλημμένες προσωπικές οχλήσεις προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όπως και στη συλλογική διαμαρτυρία σχεδόν όλων όσοι διδάσκουμε Λογοτεχνία στα Παιδαγωγικά Τμήματα της χώρας, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαβάζω και στο περιοδικό Διαδρομές, η ηγεσία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου στην απάντηση της, αφού εξυμνούσε τα οφέλη από τη διδασκαλία της Λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο, κατέληγε στο επιχείρημα ότι η αύξηση των ωρών διδασκαλίας του Ανθολογίου από 32 ή 36 ώρες σε 60 θα έρθει σε αντίφαση με το ισχύον Ωρολόγιο Πρόγραμμα, επιχείρημα αίολο, αφού το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο μπορεί να προτείνει αλλαγές στο Ωρολόγιο και Αναλυτικό Πρόγραμμα. Στην απάντηση δεν φαίνεται η πρόθεση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου να αντιμετωπίσει το θέμα ούτε μακροπρόθεσμα, γεγονός που οδηγεί τον κοινό νου σε σκέψεις. Μήπως τελικά τα λογοτεχνικά κείμενα ως μη ελεγχόμενα, ούτε ως προς την επιλογή τους ούτε ως προς την διδακτική τους προσέγγιση, εγκυμονούν ποικιλόμορφους «κινδύνους»; Ή μήπως, και αυτό αποτελεί τη δυσμενέστερη εκδοχή, πρόκειται για μια σταδιακή περιθωριοποίηση της λογοτεχνίας ως γνωσιακής-αισθητικής «περιοχής» του επιστημονικού, πολιτισμικού οικοδομήματος απέναντι σε εργαλειακές, θετικιστικές «λογικές», που επιβάλλονται με γρήγορους ρυθμούς σ’ ολόκληρο το φάσμα της εκπαιδευτικής-επιστημονικής διαδικασίας;
Όπως και να έχει το ζήτημα, η ανυπαρξία της Λογοτεχνίας ως αυτόνομου μαθήματος έρχεται σε αντίφαση με το ίδιο το νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών του 2002. Στους ειδικούς σκοπούς του γλωσσικού μαθήματος ως 6ος αναφέρεται αυτός που αφορά στη λογοτεχνία: «να γνωρίσει [ο μαθητής] και να αγαπήσει ποικίλες μορφές λογοτεχνικών έργων, έτσι ώστε να ευαισθητοποιηθεί και να αποζητά μόνος του τη συντροφιά του καλού λογοτεχνικού βιβλίου»[1]. Στους άξονες που αφορούν τη Λογοτεχνία το ΑΠΣ μιλά για «βιωματικό λόγο και γλωσσικά μέσα των λογοτεχνημάτων»[2] και στους γενικούς στόχους (γνώσεις, δεξιότητες, στάσεις, αξίες), ανάμεσα σ’ αυτούς που αναφέρονται στη γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών, κάνει λόγο «για την απόλαυση του λόγου ως έργου τέχνης, την εξοικείωση του μαθητή με δομικά, υφολογικά και περιεχομενικά στοιχεία των κειμένων, καθώς και την εξοικείωση του μαθητή με τα αξιόλογα έργα των κυριοτέρων εκπροσώπων της ελληνικής λογοτεχνίας και της νεοτερικής, καθώς και με δείγματα βαλκανικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας»[3]. Τους ίδιους αυτούς στόχους κατανέμει εμπλουτισμένους στο κεφ. Δ’, στο «Γραπτός λόγος – Λογοτεχνία», ανά δύο τάξεις, αναφέροντας και αντίστοιχες «ενδεικτικές δραστηριότητες»[4].
Στην τρίτη ενότητα του Β’ μέρους στη Διδακτική Μεθοδολογία θεωρεί ότι «κρίνεται σκόπιμη η μερική αποσύνδεση της διδασκαλίας των λογοτεχνικών κειμένων από τη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος, γιατί η λογοτεχνία παίζει ένα σημαντικό ρόλο [...] στην αισθητική καλλιέργεια του ατόμου και στην ευαισθητοποίηση του απέναντι στα προβλήματα της ζωής»[5]. Επίσης, κάνει λόγο για διακειμενική προσέγγιση των κειμένων, για ερμηνεία βάσει του περικειμένου τους, καθώς και για μελέτη των στοιχείων της μορφής και της δομής τους χωρίς σχολαστικισμό. Αναφέρεται ακόμη στη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο πλαίσιο άλλων μαθημάτων και ειδικότερα στο συσχετισμό της με τις άλλες τέχνες σε διαθεματικό πλαίσιο[6]. Τέλος, στο κεφάλαιο των δραστηριοτήτων συνδέεται η λογοτεχνία με το παιχνίδι και την ψυχαγωγία και γίνεται αναφορά σε παιγνιώδεις δραστηριότητες φιλαναγνωσίας.
Εύλογα καταλαβαίνει κανείς ότι για να υλοποιηθούν όλα αυτά η λογοτεχνία οφείλει να έχει την αυτονομία της, αυτονομία που να αποτυπώνεται και στο Ωρολόγιο και στο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, στο οποίο καλό είναι, ανά τάξη, να προβλέπονται και τα ακόλουθα:[7]
1. Ευρύς κατάλογος θεματικών μέσα από τις οποίες θα επιλέξει ο δάσκαλος εκείνες που αντιστοιχούν στα ενδιαφέροντα των παιδιών, στην ψυχοσύνθεση, στην αντιληπτική τους ικανότητα και στο γνωσιακό και πολιτισμικό τους ορίζοντα.
2. Στους γενικούς στόχους απαραίτητο είναι να συμπεριλαμβάνονται:
α) η γνωριμία με τη ζωή και το έργο των σημαντικότερων ελλήνων και ξένων συγγραφέων, β) η γνωριμία με τα κυριότερα λογοτεχνικά είδη (ποίημα, παραμύθι λαϊκό και έντεχνο, μικρή ιστορία, διήγημα, μυθιστόρημα) και γ) η γνωριμία με τα κοινωνικά προβλήματα και ζητήματα εθνικά και πολυπολιτισμικά.
3. Στο μέρος της Διδακτικής Μεθοδολογίας χρήσιμο είναι να γίνεται αναφορά σε:
α) μεθόδους προσέγγισης των κειμένων με βάση τις θεωρίες της λογοτεχνίας ή τις πολιτισμικές σπουδές,
β) δραστηριότητες οι οποίες με παιγνιώδη τρόπο θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον των μαθητών για τη λογοτεχνική ανάγνωση και θα τους μετατρέψουν σε «δια βίου» αναγνώστες. Οι δραστηριότητες αυτές θα βασίζονται σε λογοτεχνικές θεωρίες, για τις οποίες θα γίνεται αναφορά στο βιβλίο του δασκάλου.
Το δημοτικό σχολείο, όντας απαλλαγμένο από τους στόχους πρόσβασης στο πανεπιστήμιο και απόκτησης διπλωμάτων γλωσσομάθειας, είναι η καταλληλότερη εκπαιδευτική βαθμίδα για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας πρέπει να γίνεται και με κείμενα από τα Ανθολόγια αλλά και με ολοκληρωμένα βιβλία. Όλα αυτά θα υλοποιούνται μέσω δραστηριοτήτων παιγνιώδους χαρακτήρα που θα ενεργοποιούν το ενδιαφέρον των μαθητών, τη φαντασία και την κριτική τους ικανότητα. Τα Ανθολόγια μπορούν, εκτός από κείμενα του λογοτεχνικού κανόνα, να περιλαμβάνουν και κόμικς, αστυνομικές ή περιπετειώδεις ιστορίες, κείμενα λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, λογοτεχνικά κείμενα γνώσεων ή επιστημονικής φαντασίας που είναι πιο κοντά στα ενδιαφέροντα του παιδιού. Κάθε Ανθολόγιο, εκτός από τη διαχρονική προβληματική, που συνήθως έχει, μπορεί να προσφέρει συγκεκριμένες προτάσεις για την αποτελεσματικότερη διδακτική αξιοποίηση του λογοτεχνικού κειμένου. Παράλληλα, η ενασχόληση με ολόκληρα βιβλία προσφέρει στους μαθητές την ευκαιρία να γνωριστούν με εκτεταμένα κείμενα, στα οποία τόσο η λογοτεχνικότητα όσο και η πλοκή της αφήγησης, οι χαρακτήρες, οι χρονοτοπικοί προσδιορισμοί δίνουν αφορμή για εξοικείωση του παιδιού με το λογοτεχνικό βιβλίο και με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές αξίες.
Η προσέγγιση των κειμένων στη σχολική τάξη θα πρέπει να είναι πολύμορφη και πολύτροπη και να ορίζεται από τρεις ισοδύναμες παραμέτρους, τον συγγραφέα, το κείμενο και τον αναγνώστη. Η λογοτεχνία, όμως, ως πολυφωνικό αντικείμενο, επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η υιοθέτηση μίας και μοναδικής, έστω και σύγχρονης, θεώρησης της λογοτεχνίας θα αποτελούσε ίσως μια διαφορετική ερμηνεία των κειμένων, αλλά θα παρέμενε ένας μονόδρομος που θα στερούσε ενδεχομένως το κείμενο από ερμηνευτικές πολυσημίες και το μαθητή-αναγνώστη από πολλαπλές προσεγγίσεις. Η αναμφισβήτητη αμφίδρομη επικοινωνία συγγραφέα – αναγνώστη μέσω του κειμένου επιβάλλει να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον και στις τρεις αυτές παραμέτρους κατά τη διδασκαλία, πιστεύοντας ότι έτσι η ερμηνεία του κειμένου είναι περισσότερο σφαιρική.
Θεωρώντας, όμως, ότι ένα μάθημα λογοτεχνίας, όπως τονίζει και ο Gerhard στο βιβλίο του για τη διδακτική της λογοτεχνίας”[8], πρέπει να έχει ως πρωταρχικό στόχο του την ικανοποίηση των συναισθημάτων και των πνευματικών ή ψυχικών αναγκών του μαθητή, νομίζω ότι μπορούμε να δώσουμε έμφαση, κυρίως στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, στις θεωρίες της αναγνωστικής ανταπόκρισης, δηλαδή στο ρόλο του αναγνώστη και στις συνθήκες πρόσληψης του κειμένου. Ο δάσκαλος, μέσω αυτών των θεωριών, έχει τη δυνατότητα να εμπλέξει το μαθητή στο παιχνίδι της λογοτεχνικής ανάγνωσης και από απαθή καταναλωτή του κειμένου να τον μετατρέψει σε παράγοντα ενεργητικό και κρίσιμο, που δεν θα αποδέχεται αδρανώς την εκάστοτε «έγκυρη», ετοιμοπαράδοτη ερμηνεία του δασκάλου, ούτε θα θεωρεί το συγγραφέα ως τον αυθεντικό ερμηνευτή του λογοτεχνήματος, ούτε θα υιοθετεί άκριτα τις όποιες αξίες του κειμένου, αλλά θα τις επανεξετάζει και θα τις επαναπροσδιορίζει με τα δικά του προσωπικά κριτήρια και με βάση τα βιώματα και τις εμπειρίες του. Η διαδικασία προσέγγισης του κειμένου θα γίνει δημιουργική, αν κατορθώσει να συγχωνεύσει ο μαθητής τον ορίζοντα των δικών του προσδοκιών με τον ορίζοντα του κειμένου, όπως αναφέρει ο Gadamer[9].
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η Λογοτεχνία στο σχολείο δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός γνωστικού αντικειμένου και επομένως δεν πρέπει να ακολουθούνται γί’ αυτήν μέθοδοι διδασκαλίας και αξιολόγησης με γνωσιοκεντρικό χαρακτήρα. Αυτό που ενδιαφέρει το δάσκαλο, κατά την ώρα της Λογοτεχνίας, είναι να διαπιστώσει αν τα λογοτεχνικά κείμενα διεγείρουν τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του μαθητή, αν βελτιώνουν την κριτική του ικανότητα, αν τον κάνουν συμμέτοχο στον κόσμο της μυθοπλασίας, αν τον συνδέουν με τη βιωματική, δική του πραγματικότητα, αν τον ευαισθητοποιούν κοινωνικά, φέρνοντας τον σε επαφή με σύγχρονα θέματα που τον απασχολούν ή είναι κυρίαρχα στην κοινωνία, καθώς και με θεματικές που αναφέρονται τόσο στην εθνική πολιτισμική του παράδοση όσο και στις ιστορικές κουλτούρες άλλων λαών.
Η λογοτεχνία, χάρη στο συγκινησιακό χαρακτήρα της γλώσσας της, ανταποκρίνεται αμεσότερα στα βιώματα και στον ψυχισμό του παιδιού. Η λογοτεχνικότητα, που καθιστά το κείμενο απολαυστικό και ελκυστικό για το δέκτη του, πρέπει να αναδεικνύεται και μέσα από ερωτήσεις και δραστηριότητες. Τότε μόνον το λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να συντελέσει στην απρόσκοπτη και διασκεδαστική μετάδοση γνώσεων και την καλλιέργεια ενδιαφέροντος και προβληματισμού του μαθητή για σύγχρονα πολιτισμικά και κοινωνικά ζητήματα και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πολυδιάστατης και δημιουργικής προσωπικότητας που αποτελεί το ζητούμενο των καιρών.
[1] Διαθεματικά Ενιαίο Πλαίοιο Προγρομματων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) -Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, τόμος Α’, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2002, ο. 26.
[2] Στο ίδιο, σ. 24.
[3] Στο ίδιο.
[4] Στο ίδιο, σσ. 41-43.
[5] Στο ίδιο, σ. 57.
[6]Στο ίδιο.
[7] Ενδεικτικά αναφέρω τα σημαντικότερα ζητήματα
[8] Gerhard, Η., Handlungs-Produklionsorientierter Literaturuntemcht in
der Sekundarstule 1, Schroedel Schulbuchverlag, Hannover 1990 (5
Auflage], o. 7-17.
[9] H. G. Gadamer, Warheit und Methods, Grundzige finer philosophischen Hermeneutik, ed. J.C.B. Mohr [Paul Siebeck], Tubingen 1965, a. 289 κ.έ., 356 κ.έ.
